Skip to content →

Θρησκευτικότητα και σύγχρονη τέχνη

Βλάσφημη θρησκευτικότητα στη σύγχρονη τέχνη

Μπάμπης Πυλαρινός

22 Οκτωβρίου 2022

Με αφορμή το άρθρο της ζωγράφου Νάιρας Στεργίου «Κρυπτοθρησκευτική συμπεριφορά στη σύγχρονη τέχνη» στο πρόσφατο τεύχος της Σύναξης, θα προσπαθήσω να μοιραστώ κάποιες σκέψεις για τη θρησκευτικότητα στη σύγχρονη τέχνη και θα επικεντρωθώ σε κάποιες εκφράσεις προκλητικής-βλάσφημης θρησκευτικότητας στη σύγχρονη τέχνη. 

Μέσα στα πολλά χρήσιμα που μας θυμίζει το άρθρο είναι και η άποψη των π. Αλέξανδρου Σμέμαν και Πωλ Ευδοκίμωφ ότι ο οντολογικός δυϊσμός Εκκλησίας και κόσμου, ιερού και βέβηλου είναι παρά φύσιν και δεν υφίσταται καν. Είναι μάλλον κυρίαρχη η άποψη στον χώρο της αγιογραφίας ότι δεν μπορείς και να ζωγραφίζεις και να αγιογραφείς, γιατί είναι αμαρτία, και πρέπει να διαλέξεις ή το ένα ή το άλλο. Η περιχαράκωση της εκκλησιαστικής κοινότητας έξω από την πραγματική ζωή, που χάρισε ο Θεός, ήταν μια κάποια λύση για να κρατηθεί αγνή και άσπιλη. Τα αποτελέσματα όμως ήταν και είναι θλιβερά, οι ευκαιρίες χάνονται η μια μετά την άλλη. Λες και ο κόσμος χωρίζεται σε ευλογημένη κτίση και μη. Γράφει η κυρία Στεργίου στο άρθρο της πως στη χριστολογική προσέγγιση η ύλη, και στην κατώτατη μορφή ευτέλειας, είναι ευλογημένη και καθιερωμένη. Ο Διονύσιος Αρεοπαγίτης τονίζει ότι και το πιο ευτελές υλικό μεταμορφώνεται και μπορεί να μιλήσει για τον Θεό. Να προσθέσω τα λόγια του αγίου Συμεών του νέου θεολόγου: «Χριστός και δάχτυλο και βάλανος Χριστός. Δεν έφριξες και δεν ντράπηκες; Αλλά ο Θεός δεν ντράπηκε να γίνει όμοιος με σένα, εσύ ντράπηκες να γίνεις όμοιος μ’ Εκείνον; Εν τέλει ντροπή είναι οι λέξεις ή οι σκέψεις;»

Στη Ζάκυνθο, όπου οι ντόπιοι έχουν μεγάλη αγάπη για τον άγιο Διονύσιο, στην καθημερινότητά τους το όνομά του έρχεται πολλές φορές την ημέρα, σαν ευλογία, σαν παράκληση, σαν ευχαριστία, σαν φίλος και συμπαραστάτης στις ώρες της χαράς· αλλά και στις ώρες της δυσκολίας, το όνομά του έρχεται και σαν βλασφημία με τόση άνεση, που πραγματικά προκαλεί. Του λέμε: «Εσύ, που κάθε μέρα είσαι μαζί μου και είσαι ο πατέρας μου, ο αδελφός μου, ο φίλος μου, τώρα πού είσαι; Τώρα, που είμαι σε δύσκολη θέση, γιατί δεν με βοηθάς;» Η βλασφημία αυτή συνήθως έχει κάτι το υστερικό: «Γιατί δεν κάνεις, άγιε Διονύσιε, αυτό που θέλω εγώ να κάνεις εδώ και τώρα;» Φαίνεται ότι εκφράζουμε την οργή μας, τα παράπονά μας μόνο στα πολύ οικεία μας πρόσωπα, που έχουμε άνεση να το κάνουμε, και ο άγιος Διονύσιος είναι ένα τέτοιο πρόσωπο για τους Ζακυνθινούς. Φαίνεται πως η βλασφημία προϋποθέτει μια σχέση. Οργίζεσαι με κάποιον που είχες, έχεις ή τον προκαλείς για να δημιουργήσετε μια σχέση. Η βλασφημία δεν συνάδει με την αδιαφορία. «Σε βλασφημώ» οπωσδήποτε περιλαμβάνει μια πρόκληση να σχετιστείς μαζί μου. Ζητάω κάτι από σένα που σου απευθύνω τις βλασφημίες. 

Παράλληλα, η εικόνα που μου θυμίζει έντονα ο βλάσφημος είναι το παιδί που σπάει το βάζο για να αποσπάσει την προσοχή του πατέρα του, ή όποιου τέλος πάντων ασκεί κάποια πατρικά καθήκοντα που συνδέονται με την τήρηση του νόμου, τους κανόνες και τα όρια που πρέπει να υπάρχουν σε μια οικογένεια κατά την ανατροφή ενός παιδιού. Και όταν ένα παιδί φτάνει στο σημείο να προκαλεί, είναι σαφές ότι ζητάει την προσοχή του πατέρα. Στην καλύτερη περίπτωση ο πατέρας θα ανταποκριθεί με κάποιο τρόπο στην πρόκληση και στη χειρότερη θα αδιαφορήσει. Αν ανταποκριθεί, το καλό σενάριο θέλει να πάρει το μήνυμα ότι το τέκνο του ζητάει επικοινωνία, οπότε θα το αγκαλιάσει. Το κακό σενάριο και το πιο σύνηθες είναι να ανταποκριθεί με βία, να μαλώσει, να χτυπήσει το παιδί, για να μην το ξανακάνει, όπως λένε· ένας βίαιος σωφρονισμός για να απαλειφθούν τα συμπτώματα, αλλά ξέρουμε ότι το παιδί το ξανακάνει, γιατί ο ξυλοδαρμός γίνεται ο μοναδικός τρόπος που ο πατέρας ασχολείται με το παιδί, και το παιδί τον προτιμάει σαφώς από την αδιαφορία. Δημιουργείται κάποια επικοινωνία και κάποια σχέση. Δεν ξέρω ποιον πατέρα αφορούν οι βλάσφημες εκφράσεις της τέχνης, αλλά είναι σαφές πως σε κάποιον πατέρα απευθύνονται. Και τότε τι κάνεις; Αντιδράς βίαια; Φωνάζεις, διαμαρτύρεσαι, κατηγορείς, βάζεις φωτιές, βρίζεις, αναθεματίζεις; Ή αγκαλιάζεις και καλείς στην εκκλησία αποδεχόμενος την πρόκληση; 

Διερωτώμαι, ένας σύγχρονος καλλιτέχνης που θεωρεί τον εαυτό του άθεο για ποιο λόγο να ασχολείται με τον Θεό βλασφημώντας τον; Κάτι ψάχνει, κάτι ζητάει. Είναι μια πρόκληση. Ο τρόπος που θα αντιδράσουμε καλό είναι να είναι ανάλογος του τρόπου που θα έπρεπε να αντιδράσει ο πατέρας. Σκύβεις το κεφάλι και παίρνεις κατευθείαν το μήνυμα της ευθύνης. Η ευθύνη είναι το θέμα, αναλαμβάνουμε την ευθύνη να συμπεριλάβουμε τον βλάσφημο στην κοινότητα, από την οποία είναι εξόριστος ως άσωτος υιός, ο οποίος πετάει πέτρες στο παράθυρο του πατέρα. Φωνάζεις την αστυνομία ή σφάζεις τον μόσχο τον σιτευτό;

Μεταφέρω ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα βλάσφημου έργου τέχνης από το άρθρο της κυρίας Στεργίου και κάνω μια μικρή έρευνα για το πώς έζησε και μεγάλωσε ο δημιουργός. Ο David Michael Wojnarowicz (Ντέιβιντ Βοϊνάροβιτς) ήταν Αμερικανός ζωγράφος, φωτογράφος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, περφόρμερ. τραγουδοποιός και ακτιβιστής για το AIDS, πολύ δημοφιλήςστην καλλιτεχνική σκηνή του Μανχάταν της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’80. Ο Wojnarowicz γεννήθηκε στο New Jersey, όπου αυτός τα δύο αδέρφια του και η μητέρα τους κακοποιήθηκαν σωματικά από τον πατέρα τους, Ed Wojnarowicz.

Το 1987 ο επί χρόνια μέντορας και εραστής του, ο φωτογράφος Peter Hujar, πέθανε από AIDS και ο ίδιος ο Wojnarowicz έμαθε ότι ήταν οροθετικός. Ο θάνατος του Hujar ώθησε τον Wojnarowicz σε δραστήριο ακτιβισμό-καταγγελία των αδικιών που δημιουργούνται σε σχέση με την επιδημία του AIDS. 

Ο Wojnarowicz έγραψε επίσης αρκετά επιτυχημένα βιβλία. Ένα από τα μπεστ σέλερ του, «Close to the Knives: A Memoir of Disintegration» (κοντά στα μαχαίρια: ένα μνημείο αποσύνθεσης), είναι μια αυτοβιογραφία που αφορά περισσότερο τα πολύ δύσκολα παιδικά του χρόνια, τη δημοφιλία του ως καλλιτέχνη στη Νέα Υόρκη και τη διάγνωση του AIDS. Το βιβλίο ανοίγει με ένα δοκίμιο για τους άστεγους και μια ιστορία ενός αγοριού με γυαλιά που πουλούσε το αδύνατο κορμί του στους παιδόφιλους που σύχναζαν στην Times Square. Περισσότερο όμως πραγματεύεται την ασθένεια και τον θάνατο του Hujar, του εραστή, του μέντορα, του καλύτερου φίλου του: «ο αδελφός μου, ο πατέρας μου, ο συναισθηματικός μου σύνδεσμος με τον κόσμο». Το 1989, ο Wojnarowicz εμφανίστηκε στην ταινία της Rosa von Praunheim με τίτλο «Silence = Death» (σιωπή = θάνατος), που ασχολείται με τους ομοφυλόφιλους καλλιτέχνες της Νέας Υόρκης που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των πασχόντων από AIDS.

Ο David Wojnarowicz προκάλεσε την έντονη οργή των Καθολικών πιστών με το βίντεο «A Fire in My Belly» (φωτιά στην κοιλιά μου), που δημιούργησε το 1987, στο οποίο μυρμήγκια επιτίθενται και τρώνε το σώμα του Χριστού. Ο καλλιτέχνης αναφέρεται στα θύματα του AIDS, ο ίδιος νοσεί και θα πεθάνει μετά από 5 χρόνια, το 1992, και καταγγέλλει την αδιαφορία της κρατικής και θρησκευτικής εξουσίας. 

Δεν με συγκινούν ιδιαίτερα οι απρόσωπες διαμαρτυρίες κατά των εξουσιών και οι αντίστοιχες επαναστατικές ιδέες, κυρίως γιατί αυτές πολύ συχνά πάνε παρέα με τη δημαγωγία. Επίσης, γιατί έχω παρατηρήσει ότι συχνά πρόκειται για υπεκφυγές: αντί να ονοματίσουμε το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που προκαλούν την οργή μας, καταφερόμαστε γενικά εναντίον της εξουσίας, πολιτικής ή θρησκευτικής. Ποιος μπορεί να κατηγορήσει αυτόν τον άνθρωπο, που βρήκε αυτόν τον τρόπο να εκφράσει την απόγνωσή του από την αδιαφορία των άλλων για ό,τι του συμβαίνει;

Κάθε τι που συμβαίνει, όπως αυτό το καλλιτεχνικό έργο, είναι κρίσιμο πώς το διαβάζουμε. Όταν το παραπάνω βίντεο το βλέπει κανείς σαν επίθεση στο ιερό και με τη διάθεση υπεράσπισης του προσβεβλημένου, χάνει τη συνάντηση με τον ίδιο τον Χριστό. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός στην παραβολή της κρίσεως προσδιορίζει με απόλυτη σαφήνεια πού θα τον βρει κάποιος που τον αναζητά: 

«Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με».

Αν θέλουμε να συναντήσουμε τον Ιησού Χριστό, στην περίπτωσή μας ο David Wojnarowicz είναι ο ιδανικός ήρωας της παραβολής: ήταν ασθενής με άμεση προοπτική τον θάνατο, φορέας του AIDS, δηλαδή ασθένειας με πολύ αρνητικό ηθικό πρόσημο κοινωνικά, και θύμα κακοποίησης στην παιδική του ηλικία. Για τον David Wojnarowicz λέει η παραβολή να τον περιθάλψεις, να τον περιβάλεις, να πας προς αυτόν.

Αυτός όμως, παρά την κοινωνική αντιξοότητα, βρίσκει τη δύναμη μέσα σε όλο αυτό που του συμβαίνει να επικοινωνήσει την απόγνωσή του και να πει «πεθαίνω, διώκομαι» και ασυνείδητα, νομίζω, κραυγάζει: «Αν το κάνετε σε μένα αυτό το μαρτύριο, το κάνετε και στον Ιησού Χριστό». Όπως τo σώμα του καθημερινά το κατατρώει το AIDS, έτσι και στο βίντεο που δημιούργησε, το σώμα του Χριστού τα μυρμήγκια. Συγχωρέστε μου και μια σημειολογικού τύπου παρατήρηση. Τα μυρμήγκια, ants στα αγγλικά, αρχίζουν από α και είναι λέξη με τέσσερα γράμματα όπως και το ΑIDS. Επίσης τα μυρμήγκια είναι γνωστά ως συνεπή, εργατικά, προνοητικά κλ.π. Και όμως αυτά κατατρώγουν το σώμα του Χριστού.

Η θεμελιώδης κινητήρια δύναμη δημιουργίας του καλλιτέχνη είναι το ασυνείδητο. Αξίζει τον σεβασμό, γιατί με κάποιο τρόπο έχει το χάρισμα να είναι ο τρελός του χωριού, που εκφράζει το συλλογικό ασυνείδητο χωρίς να αυτολογοκρίνεται. Για μια κοινότητα αυτό είναι πολύτιμο και θα έπρεπε να το διαφυλάττει αντί να στέκεται απέναντί του φοβικά. Η κοινότητα αποδέχεται την αδυναμία της και περιθάλπει το θύμα της αδιαφορίας της, το οποίο έχει το χάρισμα να το εκφράσει ευθέως με μια κραυγή απόγνωσης: «Κοιτάξτε τι κάνετε, διώκετε τον ξένο, τον πεινασμένο, τον ασθενή». Ο καλλιτέχνης, ο David Wojnarowicz στην περίπτωση μας, είναι η ευκαιρία που δίνεται στην κοινότητα. Ευκαιρία λιγότερο για τον Wojnarowicz και περισσότερο για την κοινότητα την ίδια και τα μέλη της, κυρίως τους νέους ανθρώπους, να έχουν μια αληθινή εμπειρία κοινοτικής ζωής, δηλαδή μια εμπειρία παραδείσου. Δεν είναι κανόνας, αλλά δύσκολα η κοινότητα ανταποκρίνεται· κυριαρχεί ο πανικός και το άγχος που δημιουργεί η κραυγή του καλλιτέχνη και οι άνθρωποι προτιμούν να κρύψουν την προσωπική τους ανεπάρκεια παρά να την αποδεχτούν και να προχωρήσουν. Στην καλύτερη περίπτωση μεμονωμένοι άνθρωποι-μέλη της κοινότητας κινούνται στην κατεύθυνση που περιγράφει η παραβολή: «ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με»· αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς να το κάνουν και πολύ θέμα, περιθάλπουν τον πάσχοντα όπως ο καλός Σαμαρείτης στην παραβολή.

Αναφέρω ακόμα ένα παράδειγμα έργου τέχνης που χρησιμοποιεί ένα γλυπτό του Ιησού Χριστού για να διαμαρτυρηθεί για την οικολογική καταστροφή. Ο γλύπτης Kendell Geers δημιούργησε σε γλυπτό τη σταύρωση του Ιησού, όπου κάλυψε όλο το σώμα του με τη φράση «Fuck Only». Όπως εξηγεί ο Geers: «Οι αντιδράσεις ήταν αρνητικές και θετικές, ανάλογα με τις προκαταλήψεις του εκάστοτε θεατή. Η λέξη fuck έχει ακόμα τη δύναμη και την ισχύ να προξενεί συναισθηματικές αντιδράσεις. Είναι μια λέξη που έχει δύο αντίθετα νοήματα, ανάλογα με το πώς το βλέπει ο καθένας. Η ζωή δημιουργείται από τη διαδικασία της συνουσίας (fucking) και όλη η ζωή θα τελειώσει αν δεν σταματήσουμε να κακοποιούμε (fucking) τους κύκλους της φύσης». Δημιουργείται βέβαια το ερώτημα: Γιατί διαλέγει να κάνει γλυπτό τη σταύρωση του Ιησού για να μιλήσει για την αυτοκαταστροφική οικολογική καταστροφή; Μήπως υπάρχει μια αντιστοιχία; Η ανθρωπότητα τότε σταύρωσε τον Χριστό και τώρα καταστρέφει την κτίση; Μήπως μιλάμε για την ίδια αυτοκαταστροφική διάθεση της ανθρωπότητας; Χρησιμοποιεί βέβαια σαν βασικό όχημα το σκάνδαλο. Γλυπτό σώμα του Χριστού και η φράση «Fuck Only» γραμμένη πάνω του. Η λέξη fuck χρησιμοποιείται στα αγγλικά με ένα τρόπο προσβλητικό και χυδαίο, σημαίνει συνουσία αλλά με την έννοια της βίαιης επιβολής της ισχύος κάποιου πάνω σε κάποιον άλλον, της κακοποίησης.

Καλώς ή κακώς η σύγχρονη τέχνη αυτή τη στιγμή στη δύση, εκτός πολύ λίγων εξαιρέσεων, ασχολείται περισσότερο με ιδέες και λιγότερο με τη συγκίνηση που οφείλει να προκαλεί στον θεατή ένα έργο τέχνης. Ο καλλιτέχνης βγαίνει από πρωταγωνιστής της τέχνης και τη θέση του παίρνουν οι επιμελητές (curators), που θεωρούνται οι ενδιάμεσοι μεταξύ κοινού και καλλιτέχνη. Εξηγούν στο κοινό, που θεωρείται ότι δεν καταλαβαίνει, τα δυσνόητα που δημιουργεί ο καλλιτέχνης. Στις καλλιτεχνικές σχολές στην Ευρώπη και στην Αμερική τα περισσότερα μαθήματα επικεντρώνονται όχι στο πώς θα δημιουργήσεις καλύτερο καλλιτεχνικό έργο αλλά στο πώς θα το πουλήσεις στην καλύτερη τιμή. Έτσι τα έργα ακολουθούν τους κανόνες του μάρκετινγκ, με αποτέλεσμα να πιέζουν και να προσπαθούν να εντυπωσιάσουν, ελπίζοντας στο γνωστό ένα λεπτό της δημοσιότητας. Το σκάνδαλο είναι στην ημερήσια διάταξη μια και η δυσφήμιση είναι η καλύτερη διαφήμιση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και για άλλους λόγους, η σύγχρονη τέχνη που ανοίγει διάλογο με τη θρησκευτικότητα έχει σαν κυρίαρχο μέσον το σκάνδαλο. Και καλά κάνει. Πώς θα σπάσει ο καλλιτέχνης που ελπίζει σε μια θρησκευτική ανταπόκριση την αυταρέσκεια μιας οικογένειας που ασχολείται μόνο με τα παιδάκια της και αδιαφορεί;

Ο Ιησούς Χριστός ήταν ένα σκάνδαλο και παραμένει τέτοιο παρά τα δύο χιλιάδες χρόνια ανάλυσης, θεολογίας και φιλοσοφίας, οπότε μια τέτοια πρόκληση είναι θεμιτή σε αυτό τον κόσμο. Σωτηρία χωρίς σκάνδαλο δεν υπάρχει. Αν έχουμε κάποια αίσθηση τι εκκλησία είμαστε, νομίζω, δεν θα μας εξόργιζαν τόσο τα σκάνδαλα που προκαλούν τα καλλιτεχνικά έργα που ανέφερα αλλά θα τα θεωρούσαμε αναμενόμενα. Αν αισθανόμασταν όλα αυτά, θα είχαμε χωρίς πολλή προσπάθεια την ανάλογη ανοχή και θα τα βρίσκαμε μεγάλες ευκαιρίες για την εκκλησιαστική κοινότητα, όπου άνθρωποι φαινομενικά αδιάφοροι για την εκκλησία προκαλούν διάλογο μαζί της.

Published in Uncategorized

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *