Skip to content →

«Οι παλιές πληγές»

Ο Αλέξανδρος γεννήθηκε σε μια φτωχή οικογένεια της Λάρισας. Ο πατέρας του τον έδιωξε γιατί γυρνούσε στο σπίτι τα βράδια αργά. Δεν συμμορφώθηκε και κάποια στιγμή βρήκε την πόρτα κλειστή. Δεκάξι χρονών παιδάκι, δεν ήταν εύκολα. Σήμερα είναι ένας πολύ καλός συγγραφέας που έχουν κάνει αρκετές επιτυχίες τα βιβλία του, μπεστ όπως λέγεται στην εκδοτική αργκό με αποτέλεσμα χρήμα και αναγνώριση. Τότε. Τώρα οι πωλήσεις των βιβλίων του έχουν καταρρεύσει, δεν μπορεί να πληρώσει το δάνειο για το ρετιρέ και από τη στενοχώρια και το άγχος αρρώστησε με το λεγόμενο αυτοάνοσο. Αυτό τον καιρό φαίνεται ότι το ξεπερνάει άλλα ο φόβος πάντα υπάρχει. Του αρέσει η πολυτέλεια, τα καλά εστιατόρια, τα επώνυμα ρούχα, τα ταξίδια. Αναστενάζει τώρα που όλα έχουν χαθεί και θρηνεί.
Ο Οδυσσέας αντίθετα γεννήθηκε σε μια σχετικά εύπορη οικογένεια των Αθηνών με καλό όνομα, την εποχή που υπήρχαν ονόματα, δεν έζησε στη χλιδή όμως δεν του έλειψε και κάποια πολυτέλεια που υπήρχε στο πατρικό σπίτι. Σαν έφηβος όμως είχε μια ιδιαίτερη ανάγκη να επιβεβαιώσει ότι αξίζει. Έβρισκε παλιές μοτοσικλέτες BMW πεταμένες για σίδερα, τις επισκεύαζε, έκανε μια βόλτα, και μετά τις πούλαγε.
Προχθές η παρέα ήμασταν καλεσμένοι στο φιλόξενο σπίτι του Αλέξανδρου και της συντρόφου του. Μια μακαρονάδα απλή. «Γαρίδες και αστακουδάκια που λέει και η μαντάμ Σουσού ήθελα να σας έχω αλλά …» είπε ο Αλέξανδρος

Τον βαριόμαστε μα την αλήθεια με την ανάγκη του να ζει στο παρελθόν και να κλαψουρίζει για τα απολεσθέντα.

Εκείνη την ώρα ένα κολονάτο ποτήρι με κατακόκκινο κρασί χάνει τη λεπτή του ισορροπία εξαιτίας μιας πετσέτας (όχι χαρτοπετσέτας βέβαια) που βρέθηκε στο χώρο προσγείωσης του και το μαυροκόκκινο υγρό χύνεται στο υπέροχο κρεμ τραπεζομάντιλο. Όταν συμβαίνει κάποιο τέτοιο ατύχημα η προσοχή όλων αυτόματα επικεντρώνετε σ’ αυτό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν η εισαγωγή για την έκρηξη του Οδυσσέα μετά την κλάψα του Αλέξανδρου.

«Δεν εκτιμάς αυτά που έχεις, είσαι αχάριστος, πλεονέκτης, δεν κάνεις, δεν είσαι …». Τι ήταν κι αυτό τώρα, τον ισοπέδωσε τον άνθρωπο. Όλοι συμφωνούμε για το νόημα των λεγομένων του Οδυσσέα όμως ο τρόπος ήταν ακατάλληλος.

Ο Αλέξανδρος έχει συνδέσει την αυτοεκτίμηση του με μια πολυτέλεια. Αλλιώς αισθάνεται ένα μηδενικό. Μια πλούσια ζωή έγινε η άμυνα, το παυσίπονο για τα οδυνηρά χωρίς αγάπη παιδικά χρόνια. Φτώχια οικονομική είχε ταυτιστεί με συναισθηματική στέρηση στην πιο τρυφερή ηλικία.

Αντίθετα για τον Οδυσσέα η πολυτέλεια είναι ένας χώρος που τον οδηγεί στο συνειρμό ότι είμαι ανάξιος γιατί την είχε κτίσει κάποιος άλλος. Για αυτόν έτσι έχει κλειδώσει. Γι’ αυτό και η τόση ένταση του και δυσφορία για την πολυτέλεια, αυτό που για τον Αλέξανδρο είναι καταφυγή.
Μοιάζει ένα πολύπλοκο κουβάρι η επικοινωνία μας που κρίνεται κατά μεγάλο μέρος από τις παιδικές εμπειρίες. Μερικές φορές ίσως χρειάζεται περισσότερη κατανόηση για τη συμπεριφορά του άλλου χωρίς να ξέρεις γιατί. Καταλαγιάζει κανείς όταν μάθει. Είτε ξέρεις είτε όχι, η πληγή υπάρχει. Στην επόμενη πίστα του παιχνιδιού, αν υπάρχει για μας, κατανοείς χωρίς να ξέρεις;

Published in Uncategorized

Comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *